Faustin Linyekula : «Η μόνη μου πατρίδα είναι το σώμα μου»

apocargo-4-web2

Με αφορμή την επίσκεψη του χορευτή-χορογράφου Φωστέν Λυνιεκουλά (Faustin Linyekula) στην Αθήνα, όπου παρουσίασε το σόλο “Le Cargo” στη Στέγη Γραμμάτων & Τεχνών (Φεβρουάριος 2013), μια εκ βαθέων συζήτηση γύρω από τη δημιουργία, τη σχέση με το κοινό, την παράδοση και την αναγκαιότητα συνύπαρξης με τον άλλο.

 

Συνέντευξη στον Τάσο ΚΟΥΚΟΥΤΑ

 

  • Ένα από τα πρώτα σας έργα ήταν το «Θεαματικά άδειο» [“Spectacularly empty”] και το τελευταίο σας είναι «Το φορτίο» [“Le Cargo”]. Τι εκκενώθηκε μ’ εκείνο το πρώτο κομμάτι και τι αποφασίσατε να κουβαλήσετε με το πιο πρόσφατο;

Το «Θεαματικά άδειο» είναι ένα έργο το οποίο αποφάσισα να κάνω όταν επέστρεψα στην πατρίδα μου, το 2001. Κατέγραφε την πρώτη εντύπωση από τη χώρα μου στα οχτώ χρόνια απουσίας μου. Είδα πώς οι άνθρωποι μοχθούσαν να κρατήσουν την πρόσοψη εντυπωσιακή, παρόλο που το περιεχόμενο είχε πλέον χαθεί• από αυτή την παρατήρηση διαπίστωσα πώς ίσως η ζωή εκεί είχε καταλήξει να είναι «θεαματικά άδεια». Ήταν σαν οι άνθρωποι να αποζητούσαν τη ψευδαίσθηση καθώς δεν είχαν πρόσβαση στην ουσία. Η ζωή μιμείτο πλέον το θέατρο καταλαμβάνοντας το χώρο των ψευδαισθήσεων. Όταν μια τέτοια μετατόπιση λάβει χώρα ο ρόλος του θεάτρου καταργείται. Δεν υπάρχει θέατρο όταν τα πάντα γύρω σου μετατρέπονται σε ένα άνευ ουσίας «θέαμα». Έτσι, το κομμάτι έθιγε το ζήτημα αυτό, δίκην ενός σημειωματάριου, πάνω στο οποίο σημείωνα αυτά που συναντούσα και αντιλαμβανόμουν τη στιγμή εκείνη. Αν υπάρχει κάποια σχέση με το «Φορτίο», είναι εκείνη η ιδέα του σημειωματάριου – σαν ημερολόγιο ταξιδιού. Στο τελευταίο όμως υπάρχουν περισσότερο σωματοποιημένες παρατηρήσεις... Τώρα έχω γίνει πλέον μέρος της εικόνας – δεν έχω τη δυνατότητα να είμαι απλός παρατηρητής – και ως εκ τούτου κουβαλώ την ευθύνη να αφήσω το γεγονός αυτό να με επηρεάζει σωματικά. Με το «Θεαματικά άδειο» δεν αναρωτήθηκα «Και μετά τι;», ενώ τώρα προσπαθώ να πάρω μια θέση… όχι μόνο να παρατηρώ, αλλά και να τοποθετούμαι με ένα συγκεκριμένο τρόπο στα πράγματα.

 

  • Τι σημαίνει για σας ο διαχωρισμός του προσκήνιου από το κοινό; Είναι ένα εμπόδιο το οποίο καλείστε να ξεπεράσετε μέσα από τις αφηγήσεις σας;

Αν δω τον εαυτό μου ως αφηγητή, ή αν θεωρήσω το χορό μου σαν μια απόπειρα να θυμηθώ το όνομά μου, σημαίνει ότι υπάρχει διαρκώς μια ανάγκη να αρθρώσω αυτό που θέλω να πω. Για να συμβεί αυτό πρέπει να απαντήσω στο ερώτημα: «σε ποιον απευθύνομαι»; Τη στιγμή που ξεκινώ να καθορίσω την απάντηση στην παραπάνω ερώτηση – ακόμη και αν ο παραλήπτης είμαι εγώ ο ίδιος – επιχειρώ κάτι σαν διπλασιασμό• να είμαι «έξω» από τον εαυτό μου και να διατηρώ μια απόσταση ώστε να διαπραγματεύομαι τη σχέση αυτή. Έτσι, όταν φέρνω την ιδέα αυτή επί σκηνής, ακόμη και αν χρησιμοποιώ το κοινό ως μάρτυρα σε έναν εσωτερικό διάλογο, το προσκήνιο δημιουργεί την απαραίτητη απόσταση για να δημιουργηθεί η σχέση με το κοινό. Αναγνωρίζουμε ότι πρόκειται για δυο διαφορετικούς κόσμους – και αυτό είναι ένα πρώτο βήμα. Δεν θεωρώ δεδομένο το «από κοινού» με τους θεατές που βρίσκονται «απέναντι». Πρέπει να γεφυρωθεί το κενό και αυτό ακριβώς συμβαίνει κατά τη διάρκεια μιας παράστασης. Αυτή η συνεχής διερώτηση γύρω από τη σχέση μου με το κοινό είναι κουραστική – προσπαθώ, κάθε φορά που είμαι επί σκηνής να είμαι σε ετοιμότητα και να διατηρώ ζωντανή την πιθανότητα επαφής, ανανεώνοντας τη θεατρική σύμβαση.

 

  • Πιστεύετε ότι έχει εδραιωθεί πλέον μια εγγύτητα με το κοινό; Αντιμετωπίζετε τη σχέση σας μαζί του ευκολότερα από ότι στο παρελθόν;

Θα τολμούσα να πω πώς με τα χρόνια τείνω να αναγνωρίζω τις διαφορετικές μεθόδους για να καταστεί αυτή η σχέση δυνατή. Μερικές φορές επιστρέφεις σ’ ό,τι λειτούργησε κι αυτό είναι όλο. Την ίδια στιγμή είμαι αρκετά προσεκτικός ώστε να μην αναπαράγω τον εαυτό μου και καταλήξω καρικατούρα. Αναρωτιέμαι, είναι εφικτό να αποδεχτείς ένα μοτίβο σχέσεων και να μην πιαστείς στον ύπνο; Υπάρχουν σίγουρα τρόποι, μια μεθοδολογία που επιτρέπει τη σχέση με τους θεατές, αλλά από την άλλη αναζητώ την πρόκληση που θα με πάει πέρα από αυτό που ήδη γνωρίζω. Είναι άλλωστε γεγονός πώς όσο καλά προετοιμασμένος κι αν είσαι, τη στιγμή που αντικρίζεις το κοινό, ακόμη κι αν είναι το ίδιο κάθε βράδυ, υπάρχει κάτι νέο που πρέπει να εδραιωθεί εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Το «εδώ και τώρα» είναι διαρκώς αιτούμενο. Αν προσπαθήσεις λοιπόν απλώς να αναπαράγεις ό,τι λειτούργησε στο παρελθόν δεν πρόκειται να συμβεί• οι άνθρωποι που ήταν «μαζί σου» δεν βρίσκονται πλέον εκεί. Το ίδιο ισχύει και για μένα που βρίσκομαι επί σκηνής.

 

  • Σ΄αυτή την «ανοιχτή σχέση» που περιγράφετε, σας έχει ποτέ παρασύρει το κοινό σε μια άλλη, απρόβλεπτη κατεύθυνση;

Όχι σε σχέση με αυτό που σκόπευα να πω, αλλά σε σχέση με τη στρατηγική που χρησιμοποιώ για να το πετύχω. Αυτή η ανατροπή σημαίνει πρακτικά, ότι καλούμαι να βρω τον καλύτερο τρόπο για να πω αυτά που έχω να πω.  

 

  • Άρα, αν λάβουμε υπόψη μας τις παραπάνω «ανατροπές» και «μετατοπίσεις», τι είναι αυτό που σας θέλγει περισσότερο; Η αναχώρηση, ή η άφιξη; Ή μήπως η ιδέα γενικώς του ταξιδιού;

Το ταξίδι βέβαια! Έχω την αίσθηση πώς φτιάχνω ξανά και ξανά το ίδιο κομμάτι... Με κάθε νέα δημιουργία καλούμαι να κάνω ένα ταξίδι στο τέλος του οποίου αισθάνομαι πώς υπάρχει συνέχεια. Προς ποια κατεύθυνση δεν γνωρίζω επακριβώς, αναγνωρίζω όμως ότι πορεύομαι και κάθε έργο συνιστά μέρος ενός ευρύτερου ταξιδιού. Θα μπορούσα να ισχυριστώ πώς «ξέρω προς τα που πήγαινα μόνο μια στιγμή μετά το θάνατο». Μέχρι τότε απλώς αναζητώ νέες αφορμές, νέα ερεθίσματα για να συνεχίσω το ταξίδι. Στην πορεία οι αποσκευές αθροίζονται και μαζί μ’ αυτές μπορείς να έχεις εικόνα για τα μέρη που επισκέφτηκες. Δεν μπορείς να επιστρέψεις στην αφετηρία, αλλά μπορείς να κατανοήσεις πώς η συλλογή πληροφοριών στη διάρκεια του ταξιδιού σε βοήθησε να συνεχίσεις.

 

  • Πώς είναι να χρησιμοποιείτε μια ξένη γλώσσα στις αφηγήσεις σας; Θεωρείτε πώς είναι ένας τρόπος να μετοικήσετε στο δυτικό κόσμο και άρα να πείτε την ιστορία σας ως μη-ξένος;

Έχει να κάνει με μια θέαση πολυπρισματική. Όταν επιστρέφω στο χωριό μου,  μιλάω σουαχίλι με τους ντόπιους, αρά στη γλώσσα αυτή καταγράφεται και η πρώτη εμπειρία της επαφής. Αλλά, παρότι τα σουαχίλι είναι η μητρική μου γλώσσα, στην πραγματικότητα τα γαλλικά έχουν γίνει η γλώσσα μου: μεταφράζω τα πάντα σ’ αυτή τη «δεύτερη» γλώσσα, στην οποία έχω μάθει να ονειρεύομαι και να σκέφτομαι. Το φαινόμενο αυτό διαθλάται ακόμη περισσότερο όταν μιλώ αγγλικά, κι ακόμη πιο πολύ, όταν εδώ στην Αθήνα το κείμενο προβάλλεται σε οθόνη στα ελληνικά. Είναι μια σύνθετη κατάσταση, σαν όλα να βασίζονται στην «μετάφραση» του βιώματος – είτε πρόκειται για τη γλώσσα, είτε για το σώμα μου. Άρα, δεν είναι πλέον θέμα «να είσαι ξένος», περισσότερο ή λιγότερο, αλλά πόση από την εμπειρία αυτή, όταν διέρχεται από τόσα πολλά πρίσματα, μπορεί να συνδέεται ακόμη με την πρωταρχική καταγραφή της. Δε γνωρίζω πραγματικά... Αναφερόμενος στη δική μου εμπειρία, το να μιλώ αγγλικά στην Αμερική, ή στην Αγγλία είναι τελείως διαφορετικό από το να τα μιλώ στην Ελλάδα: εδώ είναι μια  «άλλη» γλώσσα, η οποία δεν είναι ούτε δική μου, ούτε δική σας. Παρόλα αυτά το κοινό έχει πρόσβαση στη γλώσσα του σαν οπτικό ερέθισμα στο χώρο (την προβολή) και εγώ μ’ ένα τρόπο – ενώ μιλώ αγγλικά – εξακολουθώ να έχω πρόσβαση στη δική μου...

 

  • Έτσι, θα μπορούσε να πει κανείς, είναι σαν το κοινό να διανύει το μισό της διαδρομής και εσείς το άλλο μισό• κάπου στη μέση ελπίζετε ότι θα συναντηθείτε…

Είναι περισσότερο πρακτικό ζήτημα και όχι πάντα μια συνειδητή απόφαση. Πιστεύω πώς είναι ευκολότερο να μιλώ αγγλικά όσο βρίσκομαι στην Αθήνα, να χρησιμοποιώ τη γλώσσα ως μέσο. Αλλά μπορώ να δω τις επιπτώσεις – όταν ερμήνευσα το έργο αυτό στην πατρίδα μου, η αίσθηση που είχα ήταν τελείως διαφορετική: η μουσική ιδιαιτερότητα της διαλέκτου – ήταν σαν να έπρεπε να ανατραπεί μέσα μου το πως βίωνα τη γλώσσα ώστε να καταφέρω να πω διαφορετικά μια ιστορία.

 

  • Βιώνουμε κάτι αντίστοιχο όταν ακούμε το τραγούδι στην παράσταση «Το φορτίο»• δεν καταλαβαίνουμε απολύτως τίποτα από αυτά που εξιστορεί, αλλά κάπως αντιλαμβανόμαστε την διάθεση περιπλάνησης και σας ακολουθούμε. Η μελωδία της φωνής σας έχει ένα συναισθηματικό εκτόπισμα, το οποίο εντοπίζεται πέρα από τη σημασία των στίχων του τραγουδιού. Είναι σα ν΄ ακολουθούμε μιας εντελώς διαφορετική διαδρομή και εν τέλει να συναντιόμαστε…

Είναι όπως στις ταινίες• υπάρχουν στιγμές που το πλάνο είναι κοντινό, έτσι η προβαλλόμενη εικόνα μοιάζει να προωθείται στο κοινό, και στιγμές που θες οι θεατές να σε ακολουθήσουν στο βάθος ώστε να προκύψει ένας διαφορετικός χώρος. Αντιστοίχως, παρότι τραγουδώ πολύ κοντά στο κοινό, επειδή δεν καταλαβαίνει τη γλώσσα, δημιουργείται αυτομάτως μια απόσταση μεταξύ μας που από μόνη της προκαλεί μια κινητικότητα. Όπως και η ζωή μου είναι μεταξύ διαφορετικών τόπων, η όλη ιδέα της εγγύτητας είναι για μένα ανεστραμμένη – υπάρχουν πράγματα που φαντάζουν πολύ κοντινά σε κάποια συμφραζόμενα και πολύ μακρινά σε άλλα. Το να αισθάνομαι «ξένος» μπορεί να έχει την ίδια, ή και περισσότερη ισχύ στο Κονγκό – είναι σαν να βρίσκομαι σ’ έναν κύκλο: όσο πλησιάζω στη μία πλευρά τόσο απομακρύνομαι από την άλλη. Στην πραγματικότητα δεν είσαι πότε αρκετά κοντά, ή αρκετά μακριά.

 

  • Μέσα σ’ αυτόν τον κύκλο, πώς ορίζεται ο ξένος; Ως κάποιος που έχει χάσει τη μνήμη του, ή κάποιος που γυρνά πίσω για να την ανακτήσει μετά από χρόνια;

Οι χωρικοί δεν συνειδητοποιούν πώς χάνουν κάτι. Απεναντίας εγώ φαίνομαι να είμαι κολλημένος στο παρελθόν ενώ γι’ αυτούς ο χρόνος είναι μια δυναμική διαδικασία. Νέες πραγματικότητες επιτάσσουν νέους τρόπους ζωής. Έτσι, όταν επιστρέφω, μου λένε πώς «έχω χάσει αυτό το μέρος» και εγώ αναρωτιέμαι περί τίνος ακριβώς πρόκειται. Χρειάζεται συχνά να βρίσκεται κάποιος εκτός κύκλου για να σου θυμίζει τις αλλαγές που έχουν επέλθει. Όπως όταν επέστρεψα και μιλούσα στους ντόπιους για την αποψίλωση του δάσους, έπρεπε να τους θυμίσω ότι οι φάρμες τη δεκαετία του ’80 ήταν δίπλα στο δάσος και δεν χρειαζόταν να ταξιδέψει κάνεις στην ενδοχώρα για έχει επαφή μ’ αυτό. Όταν ζεις μέσα στο δάσος δεν μπορείς να διαπιστώσεις πόσο έχει υποχωρήσει, όλα αναλώνονται στην πολύβουη καθημερινότητα. Έτσι, για να δει κανείς τι έχει συμβεί, πρέπει να απέχεις λίγο από τα πράγματα και η πολυτέλεια των αναλύσεων απαιτεί να διακόπτεις την επαφή με το γίγνεσθαι. Από την άλλη σκεφτόμουν – πρέπει να γνωρίζουν ότι το δάσος εξαφανίζεται; Αυτό είναι μια άλλη ερώτηση… Ποιός είμαι εγώ που τους εφιστώ την προσοχή στο ζήτημα αυτό; Ποιός μου δίνει το δικαίωμα να το κάνω;

 

  • Είχατε κάποτε πει πώς «η μόνη μου πατρίδα είναι το σώμα μου». Έχετε ποτέ βρεθεί στη θέση να επαναδιαπραγματευθείτε τα σύνορα του σώματος-πατρίδας;

Βασικά το είπα αυτό ορμώμενος από έναν ποιητή, ο οποίος έγραφε: «πώς μπορώ να βαδίσω προς τα μένα, προς τους ανθρώπους μου, με το αίμα μου εν βρασμώ και την ιστορία μου συντρίμμια»; Η απάντησή μου σ’ αυτό ήταν: «γη της εξορίας ή γενέθλια γη, ίσως παντού δεν είναι παρά εξορία• ίσως η μόνη μου πατρίδα να είναι το σώμα μου. Θα αποπειραθώ να επιζήσω σαν να ‘μουν μουσική που δεν έχει ακόμη γραφτεί». Ουσιαστικά είναι μια ιστορία, με την οποία υποστηρίζω ότι βρίσκομαι μονίμως εν εξελίξει, κι αυτό που ήμουν χθες μπορεί να μην είμαι αύριο. Εχθές το Κονγκό ήταν για μένα το σπίτι μου• όταν όμως επιστρέφω εκεί σήμερα αναρωτιέμαι τι έχει απομείνει από το σπίτι αυτό. Έτσι και η Ευρώπη είναι κατά μία έννοια σπίτι μου – το Παρίσι ειδικά – αλλά την ίδια στιγμή υπάρχει και ένας τόπος ο οποίος δύσκολα ανοίγεται στην ετερότητα – με όσους ειδικά δεν γνωρίζουν αυτή την «άλλη» πραγματικότητα. Προκύπτουν λοιπόν τα ερωτήματα: Πόσα είναι δυνατό να μοιραστεί κανείς και σε τι βαθμό; Είναι όντως σημαντικό να μοιράζεσαι; Μπορεί αυτή η μη δυνατότητα να μοιραστούμε τα πάντα να είναι η απαρχή ενός μυστηρίου. Πράγματι, υπάρχει στη φύση μας κάτι που παραμένει μυστηριώδες και για μας τους ίδιους,  αλλά και για τους άλλους. Είναι δύσκολο να ορίσεις το σώμα ως επικράτεια. Μπορώ μόνο να έχω μια φευγαλέα αίσθηση αυτού, αναγνωρίζοντας ότι είναι διαρκώς εν τω γίγνεσθαι. Τι είναι το σώμα;

 

  • Μιλώντας για επικράτειες και πατρίδες, θεωρείτε πώς η εθνική ταυτότητα θα μπορούσε να είναι μια θέση (πολιτική, ή ιδεολογική) σ’ ένα παγκοσμιοποιημένο κόσμο;

Αυτό που με απασχολεί είναι πώς η συνείδηση μιας παγκοσμιότητας δεν θα οδηγήσει στην ομογενοποίηση. Πρέπει να αποδεχτούμε ότι υπάρχει κάτι που διαχωρίζει τους ανθρώπους και η προσπάθεια για γεφύρωση του χάσματος αυτού οφείλει να είναι απόλυτα συνειδητή. Μόνο έτσι οδηγούμαστε σ’ ένα βιώσιμο μέλλον. Διαφορετικά,  απλώς λέμε πώς ανήκουμε όλοι στον ίδιο κόσμο και είμαστε μεταξύ μας ίδιοι. Κάτι τέτοιο μπορεί να είναι πραγματικά επικίνδυνο, καθώς χωρίς καμία απόσταση, είναι αδύνατο να απευθυνθείς στον άλλο, χωρίς να αναγνωρίσεις πώς υπάρχει τόσο η απόσταση, όσο και η ανάγκη να την καλύψεις. Εξάλλου ο δημόσιος χώρος είναι ο κατεξοχήν χώρος για διαπραγμάτευση. Πώς να διαπραγματευτείς όταν όλα είναι ίδια – μια ομοιόμορφη μάζα; Αυτό που με απασχολεί,  είναι πώς η ιδέα της εθνικότητας δεν θα καταλήξει να είναι αποκλειστικότητα ακόμη και όταν η διαπραγμάτευση είναι ανέφικτη.

 

  • Αναφέρατε προηγουμένως πώς ο χορός είναι ένας τρόπος να θυμάστε το όνομά σας. Μερικοί λένε πώς τα ονόματά μας είναι ίσως το μόνο πράγμα που δηλώνει τη μοναδικότητά μας στον κόσμο. Ποια η ιστορία πίσω από το όνομά σας;

Για μένα το όνομα δεν λειτουργεί τόσο ως επιβεβαίωση της μοναδικότητάς μας,  αλλά ως ένας τρόπος να αντιληφθούμε το δίκτυο σχέσεων που αναπτύσσεται μέσω αυτού. Το όνομα μετατρέπεται στο χώρο εκείνο όπου είναι αδύνατο να περιοριστούμε στη μοναδικότητά μας, καθώς τη στιγμή που κάποιος το αναφέρει, δημιουργεί αυτόματα ένα δίκτυο σχέσεων: με το περιβάλλον, το χρόνο, τους ανθρώπους. Το όνομα γίνεται λοιπόν ο χώρος όπου διαπραγματεύεται κανείς αυτές τις σχέσεις. Το όνομα δεν είναι ποτέ κάτι αθώο… Λειτουργεί, όχι τόσο ως απομόνωση, αλλά ως τρόπος σύνδεσης με μια ευρύτερη εικόνα και πιστοποίηση ότι ανήκεις σε μια κοινότητα. Την ίδια στιγμή είναι το ελάχιστο στοιχείο ταυτότητας που μπορούμε να έχουμε. Αν πάρω το παράδειγμα της χώρας μου, στα 23 μου ξεκίνησα να την αποκαλώ Δημοκρατική Πολιτεία του Κονγκό πράγμα που σήμαινε πώς, μαζί με την χώρα μου, έπρεπε και ‘γω να προσδιορίζω τον εαυτό μου διαφορετικά. Αυτό μας δίνει ένα ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο υπήρχε ένα κράτος γνωστό ως Ζαΐρ. Όλα άλλαξαν στο όνομα της αυθεντικότητας, στην προσπάθεια να αφανιστεί κάθε ίχνος αποικιακής κληρονομιάς. Διαπιστώνω πώς αυτή η απόπειρα δεν είχε την επιθυμητή κατάληξη – την κατάργηση δηλαδή της παράδοσης των οικογενειακών ονομάτων, η οποία τέθηκε σε ισχύ μόλις το ’30. Ήταν ένας βελγικός θεσμός. Μέχρι τότε, ο καθένας έπαιρνε το όνομά του σύμφωνα με τις γύρω περιστάσεις: ένα μέρος ή μια εποχή, ή έναν άνθρωπο. Άρα, οι άνθρωποι πριν είχαν όντως μοναδικά ονόματα. Όταν εφαρμόστηκε ο βελγικός θεσμός το όνομα από μόνο του έγινε θεσμός. Έτσι, να ‘μαι εγκλωβισμένος στο επίθετο Λυνιεκουλά – και μπορώ να το πω αυτό γιατί αν η πολιτική περί αυθεντικότητας επέφερε τα επιθυμητά αποτελέσματα, τότε όλα τα ονόματα που συνδέονται με την αποικιακή κληρονομιά θα είχαν αφανιστεί. Θα μπορούσα λοιπόν να ονομάζομαι κάπως αλλιώς… Τι θα σήμαινε αυτό σε σχέση με κάποιον τόπο, οικογένεια, ιστορική περίοδο; Τώρα έχω δύο γιους – το να τους δώσω το όνομά μου είναι σαν να τους μεταβιβάζω την ευθύνη διαιώνισής του. Όλη η υπόθεση με τα ονόματα όμως δεν είναι κάτι στατικό και ως πεδίο εξερεύνησης είναι από μόνο του ανεξάντλητο.

 

  • Ο ελληνικός πολιτισμός είναι χτισμένος πάνω σε ερείπια ύλης και χρόνου. Ό,τι δημιουργούμε σχολιάζει και συνδέεται με τη σωρό της μνήμης. Ο χορός, πιστεύω, μας υπενθυμίζει που είμαστε τώρα, αλλά και πώς έχουμε υπάρξει ως κομμάτι μιας ευρύτερης ιστορίας. Χορεύουμε για να θυμόμαστε; Είναι ο χορός ένα τοπίο αναμνήσεων στο οποίο υπάρχουμε και συνδεόμαστε με τις ρίζες μας;

Συχνά λέω πώς αισθάνομαι νέος αλλά και γέρος, γιατί τα γονίδιά μου με συνδέουν με το παρελθόν της χώρας μου. Μερικές φορές ο χορός γίνεται ο τρόπος να θέσεις ερωτήσεις στο ίδιο σου το σώμα. Ειδικά στην περίπτωσή μου – η προφορική παράδοση είναι σαν να ξέρεις ότι ο πολιτισμός αυτός εξαφανίζεται συν τω χρόνω. Αν για παράδειγμα σ’ ενδιαφέρει η ιστορία, τα τεκμήρια σε πάνε μόνο μερικούς αιώνες πίσω – είναι πολύ σύντομο χρονικό διάστημα ώστε να μιλήσω για πολιτισμική εξέλιξη. Μπορεί ο χορός να είναι μια εναλλακτική προσέγγιση στον εντοπισμό των ιχνών του παρελθόντος; Τι απομένει από τις παρελθούσες γενεές; Είναι όντως ένας τρόπος να θυμόμαστε; Αν δεν μιλήσω για μια λειτουργία της μνήμης, μπορώ τουλάχιστον να πω πώς είναι ένας τρόπος να θέτω στον εαυτό μου ερωτήματα και εν τέλει, μέσω αυτών, να διαπιστώνω “που βρίσκομαι τώρα και που θα μπορούσα να πάω”. Μερικές φορές νιώθω ότι αυτή η συνειδητότητα είναι ένα τεράστιο μερίδιο ευθύνης για το σώμα. Αρκεί να έχουμε συναίσθηση του παρόντος, της κάθε στιγμής που περνά, του χώρου που μας περιβάλλει. Σίγουρα υπάρχουν ίχνη που οδηγούν στο παρελθόν αλλά μπορεί κανείς να αρνηθεί την σχέση αυτή, να αρκεστεί στο εδώ και τώρα. Το σώμα άλλωστε αλλάζει κάθε λεπτό που περνά. Ίσως είναι θέμα δυναμικής – ναι, είναι πολύ σημαντική η δυναμική. Έχουν ενδιαφέρον τα ερείπια που μας περιβάλλουν και μας θυμίζουν το οικοδόμημα πάνω στο οποίο χτίστηκε ο πολιτισμός – αυτές οι πέτρες πρωτίστως και η σωματική εμπειρία μέσω αυτών. Υπάρχει άραγε άλλη συνθήκη πέρα από αυτή του σώματος που να ενεργοποιεί το παρελθόν;

 

  • Πώς μπορούμε να χτίσουμε ένα “καταφύγιο” σήμερα; Είναι υπόθεση εσωτερικής αναζήτησης ή κάτι που θα το αναζητήσουμε στον Άλλο;

Θα έλεγα πώς αν η κατασκευή ενός καταφυγίου ή καταφυγίων μας περιορίζει στους εαυτούς μας τότε μπορούμε κάλλιστα να μετακομίσουμε σ’ ένα έρημο νησί, μόνοι. Αν αποδεχόμαστε το γεγονός ότι είμαστε μέλη μιας κοινότητας – τοπικής,  ή παγκόσμιας – η αναζήτηση καταφυγίου είναι μια ευκαιρία να διαπραγματευτούμε έναν κοινό και διανεμημένο χώρο. Πώς χτίζοντας κάτι για μένα, θα με βοηθήσει να ζήσω μαζί σου; Έτσι θέλω να σκέφτομαι και τη δουλειά μου. Κάθε έργο είναι ένας σταθμός, ένα καταφύγιο κατά κάποιο τρόπο, αλλά τη δύναμη για να το χτίσω, την αντλώ από το διάλογο. Η συνύπαρξη προϋποθέτει ισχυρές προσωπικές θέσεις,  αλλά και την προθυμία να γίνεις κάτι άλλο, να είσαι ανοιχτός στους άλλους. Μπορούμε να χτίσουμε ένα κοινό καταφύγιο; Η έννοια διαπραγμάτευση εμφανίζεται συχνά στην κουβέντα, αλλά μόνο έτσι μπορούμε να βρούμε κοινό έδαφος: με την ανοιχτοσύνη  και την προθυμία να μετακινούμαστε από τις θέσεις μας και να λέμε: “εδώ μπορούμε να συναντηθούμε”. Έτσι, το δικό μου καταφύγιο είναι απλώς η αφετηρία μιας επικοινωνίας με τον Άλλο, ώστε στη συνέχεια να χτίζουμε κάτι μαζί. Επιστρέφω στην ιδέα του κύκλου: βρίσκοντας ο καθένας το δικό του και εντοπίζοντας τρόπους να συνυπάρξει με τους άλλους συμβάλλει στη δημιουργία ενός ευρύτερου κύκλου. Ας γίνουν λοιπόν οι κύκλοι κρίκοι – γιατί μ’ ενδιαφέρει να μην χαθεί ο κύκλος του καθενός. Υπάρχει τρόπος να συνδεθούν μεταξύ τους;
 

Τάσος ΚΟΥΚΟΥΤΑΣ