Claudia Castellucci: "Όταν η τέχνη διδάσκει, έχει ήδη μετατραπεί σε κάτι άλλο"

castellucci_photo_pierre_planchenault-2-web

Η Claudia Castellucci, θεωρητικός του θεάτρου, δραματουργός, ερμηνεύτρια, χορογράφος και κινησιολόγος, αποτελεί ένα σημαντικό κεφάλαιο στην παγκόσμια ιστορία του χορού και θεάτρου. Από το 1981 έως σήμερα συνεργάζεται, μαζί με τον αδερφό της Romeo Castellucci και την Chiara Guidi, στις παραγωγές της διεθνώς αναγνωρισμένης ομάδας Socìetas Raffaello Sanzio.

Στα τέλη του 1989 συστήνει τη Scuola Teatrica della Discesa, μία ομάδα νέων καλλιτεχνών που επεξεργάζεται και μελετά τη σχέση κίνησης και φιλοσοφίας, ενώ το διάστημα 2003-2008 ηγείται της «Stoa», μιας δεύτερης πειραματικής σχολής, ειδικότερα αφιερωμένης στη ρυθμική κίνηση. Το 2009, έτος ορόσημο στη σταδιοδρομία της, με την ομάδα «Mòra» - συναποτελούμενη από χορευτές κλασικής παιδείας-, μελετά την κινησιολογία σε συνάρτηση με τη φιλοσοφία και την κοινωνική αγωγή. Το 2011 ξεκίνησε μία μελέτη βασισμένη στην Ιεροτελεστία της Άνοιξης, την οποία ολοκλήρωσε το 2012 με το χορό La seconda Neanderthal.

Με αφορμή το εκπαιδευτικό σεμινάριο «Ρυθμικές Ασκήσεις των Αθηνών», που θα πραγματοποιηθεί στις 28, 29, 30 Νοεμβρίου 2014 στο Κέντρο Μελέτης Χορού Ισιδώρας και Ραϋμόνδου Ντάνκαν, της θέσαμε κάποια ερωτήματα σχετικά με τη φύση της δουλειάς της, το θεωρητικό προβληματισμό της γύρω από το χορό και τη σχέση του τελευταίου με την πόλη.

 

Τ. Κ.: Αν θεωρήσουμε πώς οι λέξεις δημιουργούν μια συγκεκριμένη ηχώ στο χορό, διευρύνοντας την ύπαρξη, ποιες λέξεις θα επιλέγατε για να εκφράσετε τον χορό σας; Υπάρχει ένας πυρήνας σκέψης γύρω από τον οποίο συγκροτείται, ή προτιμάτε έναν ορισμό πιο ευρύ και αφηρημένο, ικανό να μεταβολίζει τις ιδιαιτερότητες κάθε εργασιακής συνθήκης;

C. C.: Ο χορός που προσπαθώ να συνθέσω ακολουθεί το ρυθμό. Ο ρυθμός εμπεριέχεται στο χρόνο, ζει εντός της συνθήκης του χρόνου, τον οποίο όμως μεταμορφώνει μέσα από το βαθμό έντασής του. Ο ρυθμός είναι, επομένως, μια μορφή μεταφυσικής απελευθέρωσης την οποία οι χορευτές βιώνουν και μεταδίδουν. Στην πράξη προσεγγίζω το ρυθμό από δύο οπτικές: η μία βασίζεται στη συλλογική κίνηση, οργανωμένη μέσα από στοιχειώδη βήματα τα οποία εκτελούνται συντονισμένα και είναι δυνατόν να χορευτούν από πολλούς· η άλλη αναφέρεται σ’ ένα «ρυθμολογικό» χορό, ο οποίος απαιτεί ειδική προετοιμασία και απευθύνεται σε χορευτές κλασικής παιδείας. Και στις δύο περιπτώσεις είναι απαραίτητη η κίνηση, η οποία καθορίζεται από την ατομική πρόσληψη της σωματικής υπόστασης στο χρόνο. Η παραπάνω σαφής διάκριση γίνεται με βάση την έννοια του «σφάλματος». Στο συλλογικό χορό ένα σφάλμα στην κίνηση μπορεί να μετατραπεί σε μεταβλητή του ίδιου του χορού, στο «ρυθμολογικό» χορό ωστόσο, το σφάλμα εκλαμβάνεται πάντα ως απώλεια της ομορφιάς. Το αμετάκλητο της έλευσής του δεν επιδέχεται διόρθωσης. Η ποιότητα ενός τέτοιου χορού βασίζεται σε αυτή την απειλή: την εξάντληση της ομορφιάς, που σημαίνει το τέλος του χορού. Το επίκεντρο του χρόνου εντοπίζεται στην έννοια του τέλους, έννοια που συνοψίζει την άφατη και αποκαλυπτική σχέση με την τελειότητα, που γίνεται ο σκοπός του χορού.

 

T. K.:  Από που πηγάζει μια χορογραφία; Τα επιμέρους στοιχεία της συναρθρώνονται πάντα με τον ίδιο τρόπο; Μπορεί να μιλήσει κανείς για μια σπειροειδή κίνηση που εκτείνεται στο χρόνο ή για πορείες με διαφορετικά σημεία εκκίνησης, οι οποίες διασταυρώνονται σε στιγμές όπου αναγνωρίζουμε ήδη δοκιμασμένους τρόπους σύνθεσης;

C. C.: Οι χορογραφίες μου γεννιούνται πάντα από το ρυθμό, ο οποίος δύναται να αποδοθεί με δύο τρόπους: αφενός με γνώμονα την τονικότητα κάποιας προεπιλεγμένης μουσικής, αφετέρου βάσει μιας ρυθμικής κίνησης, η οποία στη συνέχεια, δημιουργεί τη μουσική. Πρόκειται για μία αφηρημένη επί της ουσίας κατασκευή, ή αν έχει αφηγηματικό χαρακτήρα, καθορίζεται μόνον αφότου έχει συγκροτηθεί το κινητικό σκέλος. Ως εκ τούτου, το σημείο εκκίνησης είναι πάντα σωματικό και όχι εννοιακό. Αλλά όταν αναφέρεται η λέξη «φυσική» πλάι στη λέξη «ρυθμός», θα πρέπει πάντα να εξετάζεται η μεταφυσική προέκταση της. Ακόμη και ορισμένα αθλήματα, αποκαλούνται «ρυθμικά» -τα οποία τυχαίνει να παρακολουθώ με μεγάλο θαυμασμό. Η διαφορά έγκειται ότι στα αθλήματα αυτά δεν συναντάμε την πυκνότητα που ενυπάρχει στην αναπαράσταση. Πρόκειται για μορφές έκφρασης καθαρά ρεαλιστικές. Και ο χορός είναι «ρεαλιστικός», γιατί η συνείδηση της οντότητάς του ενέχει έναν βαθμό αλήθειας, αλλά είναι, ταυτοχρόνως, και αναπαραστατικός.

 

Τ. Κ.: Υπάρχει μια συγκεκριμένη θέαση του σώματος, η οποία διατρέχει τις δημιουργίες σας; Μελετώντας κάποιες πηγές, σχετικές με το έργο σας, έφερα στο νου τον όρο «ομιλούν σώμα» [“corpo vocale”]. Αναρωτιέμαι αν η σπουδή σας γύρω από τη φωνή, επικεντρωμένη στους ρυθμούς αναπνοής, σάς κατευθύνει στις παρυφές μια γλώσσας πρωτογενούς και καθαρά σωματικής. Κατά πόσο μια τέτοια γλώσσα μπορεί να είναι προσβάσιμη σ’ ένα καθημερινό σώμα;

C. C.: Η ρυθμική κίνηση και ο χορός που μελετώ αρθρώνονται μέσα στη σιωπή. Η προσωπική σιγή απηχεί εκείνη τη συμπεριφορά, την κατάλληλη σε σχέση με την «απάθεια» που προσωπικά αναζητώ. Η «απάθεια» δεν είναι μια μάσκα, και δεν πρέπει να καθίσταται μιμητική• δεν αναφέρεται στην αναισθησία. Η «απάθεια» είναι μια ισχυρή συνθήκη σε σχέση με την μεταβλητότητα της έκφρασης των μεμονωμένων προσωπικών στιγμών, οι οποίες στο χορό που υπηρετώ, δεν είναι τόσο σημαντικές όσο ο χαρακτήρας αυτού που τοποθετείται διά του ρυθμού στο χρόνο. Η φωνή επίσης δύναται να είναι ρυθμική, όσο και η κίνηση. Μάλιστα την έχω κατά καιρούς αξιοποιήσει κατ’ αυτόν τον τρόπο μέσα από το χορικό άσμα. Δεν νομίζω ότι ο χορός πραγματεύεται κάποια πρωτογενή γλώσσα, ορίζοντας έτσι υποθετικά ένα είδος πρωτόγονης, προ-λεκτικής κατάστασης του σώματος. Η σιωπή του χορού δεν προέρχεται από κάποια ανικανότητά του να εκφέρει το λόγο, ούτε όμως και από την επιλογή τού να σιωπεί. Οι λέξεις απλώς διαταράσσουν αυτόν τον χορό εξ ου και αποφεύγονται. Αυτή η κατεύθυνση ακολουθεί, όχι μία πρωτογενή, αλλά μια πολύ εξειδικευμένη γλωσσική μορφή.


T. K.: Νομίζω ότι η τεχνική σας βρίσκεται στον αντίποδα της σωματικής έξαρσης• αναφέρεται πρωτίστως σε μια διανοητική συγκέντρωση η οποία απορρέει από το σώμα, μια συντονία υλής-πνεύματος που επιτρέπει στον καθένα να διατυπώνει την ουσία των λέξεων, των χειρονομιών. Τι πιστεύετε για τη συγκεκριμένη «αναγκαιότητα των μέσων» έκφρασης, ικανών να μεταδίδουν την ανθρώπινη κατάσταση;

C. C.: Ποτέ δεν καταπιάστηκα με το πρόβλημα της μετάδοσης της ανθρώπινης εμπειρίας. Υποδεικνύω κάποιες κινήσεις πάνω σε μία μουσική προσπαθώντας να μεταδώσω στους χορευτές την ανάγκη κάθε κίνηση να απορρέει από αυτούς συνειδητά, ως μια πράξη αληθινή και συνάμα αναπαραστατική. Πρόκειται για μια δουλειά που αποσκοπεί στην πραγμάτευση και ανάδειξη της ομορφιάς. Η αναγκαιότητα εν προκειμένω αφορά σε μία έρευνα μάλλον λεπταίσθητη που απευθύνεται στο «προϊόν» και όχι στην ανάκτηση ενός πρωτογενούς «εγώ», μιας κάποιας κοσμικής αυτοσυνείδησης.

 

T. K.: Η οργάνωση του χρόνου και του χώρου στο χορό, η ενασχόληση τόσο με την ομάδα όσο και με τη μονάδα, εκφράζουν τη δυνατότητα δημιουργίας ενός τόπου στον οποίο ο καθένας μπορεί να απολαμβάνει στιγμές μοναχικές, αυστηρώς προσωπικές, ενδοσκοπικές αλλά ταυτόχρονα να επιχειρεί την ανάδειξη μιας συλλογικότητας. Αυτή η θέαση του χορού αντανακλά εν πολλοίς την έννοια της δημοκρατίας στο κοινωνικό πεδίο. Πώς θα ορίζατε την παρέμβασή σας, όταν κατ’ αναλογία, επιχείρειτε να κατευθύνετε τους χορευτές στη σύνθεση μιας φράσης;

C. C.: Η παραπάνω θέαση του χορού, στο πρώτο σκέλος της ερώτησής σας, αντανακλά καταφανώς τη ρυθμική κίνηση σε συλλογικό επίπεδο, η οποία προσομοιάζει εκείνη των αρχαϊκών κοινωνικών χορών που παραπέμπουν εμμέσως στη γέννηση της δημοκρατικής ηγεσίας. Απέχει δε πολύ από τον «ρυθμολογικό» χορό που εκτελείται από χορευτές κλασικού μπαλέτου. Στη δεύτερη αυτή περίπτωση, ο χορός εφαρμόζει τη λογική του αποκλεισμού και της εκλεκτικότητας. Στον πρώτο χορό μπορεί κανείς να συμμετάσχει και να ενσωματωθεί στο σύνολο, ενώ στο δεύτερο μπορεί μόνο να είναι θεατής. Η δική μου παρέμβαση, τόσο στη φυσική όσο και τη ψυχολογική διάσταση της συμμετοχής των χορευτών, έχει να κάνει με τη φύση της δουλειάς μου: προσπαθώ να δίνω σαφείς σωματικές οδηγίες συμπληρώνοντάς τες με ψυχολογικό υλικό που δεν είναι προϊόν αναμνημόνευσης• δεν αποσκοπεί δηλαδή στην ανάδυση υλικών από το παρελθόν, αλλά στην ενεργοποίησή τους στο παρόν. Πρόκειται για μια ενδοσκόπηση χειρονομιακού τύπου, την οποία προσπαθώ να ενθαρρύνω, γνωρίζοντας παράλληλα πώς είναι δύσκολο να την επικοινωνήσω χωρίς να υποπίπτει σε μια ατομικίστικη θέαση.

 

T. K.: «Χορός και ταυτότητα του πολίτη»: Πρόκειται για ένα θέμα το οποίο ελκύει όλο και περισσότερους καλλιτέχνες. Έχει εν πολλοίς να κάνει με την κατάρτιση των τελευταίων σε νέα πεδία γνώσεων και ικανοτήτων, εναρμονισμένων με τη μείζονα και εξαιρετικά πολύπλοκη πολιτική, κοινωνική και πολιτισμική κατάσταση. Παρόλα αυτά, μεγάλο μέρος του διαλόγου παρέμενει ανέκφραστο, ή μάλλον ανέφικτο σε όσους δεν μπορούν να έχουν πρόσβαση σ’ αυτόν. Μάλιστα, ακόμη και για ορισμένους καλλιτέχνες ο διάλογος θεωρείται άβατο. Πως μπορούμε να αφυπνίσουμε τον θεατή, να τον μετατρέψουμε από παθητικό δέκτη της τέχνης σε έναν μοχλό πολιτισμικής άνθισης;

C. C.: Δεν πιστεύω ότι η τέχνη είναι ένα κατάλληλο μέσο για να κυβερνηθεί μία πόλη. Δεν πιστεύω στην παιδαγωγική αξία του χορού, εκτός και αν η δεδομένη προοπτική μπορεί να ανατραπεί, και έτσι να οραματιστούμε και να δημιουργήσουμε σχολές όσο και χορούς οι οποίοι, μέσα από την τέχνη, μοιράζονται την ίδια αντιφατική ελευθερία. Η τέχνη είναι εξαιρετικά πυκνή στη σύσταση και στα νοήματά της για να είναι σε θέση να ενεργοποιήσει με ευκρίνεια τους θεατές της. Όταν η τέχνη διδάσκει, έχει ήδη μετατραπεί σε κάτι άλλο: είναι παιδαγωγική και πολιτική. Η τέχνη είναι πολιτική στο βαθμό που είναι πολιτικά παθητική. Ή επίσης, η τέχνη είναι πολιτική, όταν εν γνώσει της παύει να είναι τέχνη. Ωστόσο το φαινόμενο της τέχνης, που αντλεί τις καταβολές του από την ανάγκη της αναπαράστασης, είναι προγενέστερο κάθε εκπαίδευσης. Αυτή η αδήριτη ανάγκη παραμένει ως τέτοια, τόσο για εκείνον ο οποίος δρα ενεργητικά διαμέσου της τέχνης, όσο και για εκείνον που τη χειρίζεται παθητικά ως δέκτης. Είναι, σε κάθε περίπτωση, συμμετοχή στην καθεαυτό χειρονομία.
 


info: Κέντρο Μελέτης Χορού Ισιδώρας και Ραϋμόνδου Ντάνκαν, Χρυσάφης 34 και Δικαιάρχου, Βύρωνας, Αθήνα, τηλ: 210 7621234 και 210 7621164


 

Τάσος ΚΟΥΚΟΥΤΑΣ