"H ανεκτίμητη ευρηματικότητα ενός ακούραστου πνεύματος", ένα αντίο για την Τρίσα Μπράουν

media131030150020602_hd

Δύσκολοι οι αποχαιρετισμοί• ειδικά, όταν συνοδεύονται από εκείνο το «τέλος εποχής» που επέρχεται με την απουσία του αποθανόντος. Στην περίπτωση της Τρίσα Μπράουν, η απώλεια δε συγκινεί μόνο τους ενθουσιώδεις θαυμαστές της ακαταπόνητης ερευνήτριας του χορού, αλλά και όσους αναγνωρίζουν την καταλυτική επίδραση της αμερικανίδας χορογράφου στον τρόπο που «βλέπουμε» σήμερα την κίνηση. Το έργο της συνοψίζει όχι μόνο το ασυμβίβαστο πνεύμα της λεγόμενης καλλιτεχνικής πρωτοπορίας του ’60 –η γενιά των δημιουργών που έμελλε να αποτυπωθεί στην Ιστορία ως «οι μεταμοντέρνοι»- αλλά και εκείνη την ανεπιτήδευτη οξυδέρκεια με την οποία μελετούσε την κίνηση επεκτείνοντας διαρκώς τα όρια της σκηνής.

Για την Μπράουν, η σκηνή ήταν κάτι περισσότερο από τον πεπερασμένο, αυστηρά οριοθετημένο χώρο του θεάτρου• στη ματιά της, η «σκηνή» -είτε επρόκειτο για τις ταράτσες των κτηρίων της Νέας Υόρκης, είτε για τις αίθουσες ενός μουσείου, είτε για το κοινόχρηστο χώρο ενός δημόσιου πάρκου- ήταν ένα ανεξάντλητο πεδίο έρευνας και αναθεωρήσεων της ίδιας της τέχνης. Αυτή η ριζική επανεξέταση της κίνησης μέσα στο χώρο, την οδήγησε σε πλείστους πειραματισμούς και στη χρήση μιας ευρείας γκάμας τεχνικών, οι οποίες άλλαξαν οριστικά την αμφιμονοσήμαντη σχέση ερμηνευτή-κοινού. Είτε «γυρνούσε την πλάτη» στον θεατή (If you couldn’t see me), είτε αψηφούσε τη βαρύτητα (Man Walking Down the Side of a Building, Walking on the Wall, Spiral), η πρόταση ήταν πάντοτε η ίδια: η ενεργοποίηση του βλέμματος και κατ’ επέκταση η εγρήγορση των αισθήσεων του θεατή. Ακόμη όμως και σ’ αυτή τη γόνιμη αμφισβήτηση των στερεοτύπων που χαρακτήριζε τη δουλειά της, η προσέγγισή της πήγαινε πολύ πέρα από το προφανές: δεν ήταν μόνο η αναδιάταξη των στοιχείων που έφερνε την αλλαγή, αλλά και ο τρόπος να μυεί τον θεατή σε ένα είδος «κινησιολογικής ενατένισης».

Εκείνο το ελεύθερο πνεύμα, λοιπόν, απελευθερώθηκε οριστικά, έφυγε. Ωστόσο, σ’ αυτή την αμετάκλητη έξοδό της από τον κόσμο, άφησε πίσω της ένα μάθημα γι’ αυτούς που εξακολουθούν να πιστεύουν στην τέχνη του χορού. Αν και αγαπητή στο ελληνικό κοινό –με τις ελάχιστες για τα δεδομένα της εμβέλειάς της επισκέψεις στη χώρα μας (Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας, Φεστιβάλ Αθηνών και μόλις πέρυσι στη Στέγη) – το έργο της παραμένει, στην Ελλάδα, εν πολλοίς άγνωστο. Ανιχνεύοντας τις επιρροές της στο εγχώριο τοπίο του χορού, θα βρούμε –ας μου επιτραπεί η έκφραση- ελάχιστους «μιμητές» του στυλ της. Η Μπράουν καθιερώθηκε στην Ευρώπη χάρη στο αδιάλειπτο ενδιαφέρον των Γάλλων για το έργο της. Ήδη από το 1988, τής απονέμεται από την κυβέρνηση της Γαλλίας ο τίτλος του Ιππότη της Τάξης των Γραμμάτων και των Τεχνών –αναγνώριση που επιβεβαιώνει την επιδραστική παρουσία της στην ευρωπαϊκή σκηνή.

Επίσης, αντίθετα προς τις επιταγές της αγοράς και τον πυρετό του freelancing, η χορογράφος επέμεινε σθεναρά στη διατήρηση της ομάδας της ως βασικού πυρήνα και πρωταρχικής συνθήκης στις σκηνικές αναζητήσεις της. Όχι τυχαία, ανήκει σ’ εκείνη την «ξεπερασμένη» πλέον γενιά δημιουργών, οι οποίοι αγάπησαν τον χορευτή και επένδυσαν στη μοναδικότητά του. Για την Μπράουν, η σωματική «ευφυΐα» του χορευτή ήταν πηγή έμπνευσης, αλλά και απόδειξη ότι η κινητική της έρευνα έχαιρε ευρύτερης εφαρμογής. Το γεγονός αυτό δεν αποτελεί λεπτομέρεια στη σπουδαία εργογραφία της, αλλά συστατικό μιας στέρεας και κλιμακούμενης επιτυχίας. Στον απόηχο αυτής της τόσο ιδιαίτερης εποχής για την Ιστορία του χορού, η ομάδα της αποτελεί ένα από τα τελευταία ζωντανά δείγματα αφοσίωσης και απαραμείωτης πίστης στο όραμα της σπουδαίας δημιουργού. Με την απουσία της, δυστυχώς, ξυπνούν κι όλες εκείνες οι δυσοίωνες προβλέψεις σχετικές με το αν μπορεί να υπάρξουν συνεχιστές του έργου της, χωρίς να «μουσειοποιηθεί» το ύφος της και να απογυμνωθεί από τη ζωτική, παιγνιώδη και ουσιαστική μελέτη της κίνησης.

Το παραπάνω, είναι ένα ερώτημα που διαρκώς ανανεώνεται μέσα στο συνεχές της Ιστορίας –το οποίο τίθεται, παρόλα αυτά, υπό διαφορετικούς όρους κάθε φορά: στην περίπτωση της Μάρθα Γκράχαμ, ανεπιτυχώς, η «διάσωση» της τεχνικής της οδήγησε στην τυφλή αναπαραγωγή ενός νεκρού κι άκαμπτου φορμαλιστικού στυλ. Ο Μερς Κάνινγχαμ βρέθηκε στο μεταίχμιο μοντερνισμού-μεταμοντερνισμού, κανείς όμως –εκτός από τον ίδιο- δεν αξιοποίησε στο έπακρο τις εκτενείς σκηνικές δυνατότητες που εισήγαγε η μέθοδός του. Η Πίνα Μπάους, η ιέρεια της χοροθεατρικής παράδοσης, άφησε πίσω της έναν ανεξάντλητο πλούτο, ο οποίος, ωστόσο, θεωρήθηκε περισσότερο δείγμα της ενσάρκωσης του ψυχισμού της ίδιας και των χορευτών της και λιγότερο «φόρμα», η οποία μπορεί να αναπαραχθεί, να αντιγραφεί ως διαδικασία σύνθεσης ή έρευνας (παρότι, είναι ακόμη πρόωρο να μιλήσουμε γι’ αυτή τη διαδρομή).

Η Τρίσα Μπράουν, αφήνει πίσω της μια ολόκληρη παρακαταθήκη για τη μηχανική της κίνησης, τη σωματική κατάσταση του χορευτή, τον τρόπο που ο τελευταίος μπορεί να αψηφά τις συμβολικές και ψυχολογικές ερμηνείες στην απόδοση της χορογραφίας και να αναπροσαρμόζεται διαρκώς στα δεδομένα του «τώρα»: χώρος, χρόνος, ιδιοδεκτικότητα, κιναισθησία. Αν για το μέσο αναγνώστη, οι όροι αυτοί δεν είναι παρά ακατανόητες λεπτομέρειες, για τον χορευτή αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της σκηνικής εμπειρίας. Σκοπίμως αναφέρουμε την εμπειρία και όχι την τεχνική –άλλωστε, η προσέγγιση της Μπράουν δεν στοχεύει στην τεχνική (ανα)κατασκευή μιας φόρμας, αλλά στην ολιστική αντιμετώπιση της κίνησης. Το σώμα ως εργαλείο εξερεύνησης και ως ενσώματη κατάσταση του εαυτού: με άλλα λόγια, ανατρέποντας τους αναχρονιστικούς δυϊσμούς που κληρονόμησε ο χορός από τους μοντερνιστές, η αμερικανίδα χορογράφος στράφηκε στην ενσυνείδητη και απελευθερωμένη από «μονισμούς» κινητική εμπειρία.

Θα μπορούσε να αναλύσει κανείς σε βάθος αυτή την τόσο σπουδαία σύζευξη σωματικής και πνευματικής διάστασης στην κίνηση, αλλά δεν αποτελεί σκοπό του παρόντος άρθρου. Ούτε, από την άλλη, θα μπορούσε η συνοπτική αυτή παρουσίαση να έχει τις αξιώσεις ενός προσωπικού, ευχαριστήριου μηνύματος προς τη χορογράφο –οι προσωπικές μνήμες του υποφαινόμενου είναι μάλλον αμελητέες για την κατανόηση του έργου της. Αν μπορούσε κανείς να συνδέσει τη σημαντική αυτή απώλεια με το παρόν της χορευτικής τέχνης στην Ελλάδα, το μήνυμα που περνά –λιγότερο ή περισσότερο ηχηρό- αφορά, μάλλον, τη διασταύρωση της νέας γενιάς με το έργο της. Κατατίθεται, λοιπόν, ως ευχή, ώστε οι νέοι χορευτές και χορογράφοι να εντοπίσουν στο έργο της εμβληματικής δημιουργού, ένα ανεξάντλητο πεδίο από πολύτιμες γνώσεις και εμπειρίες, ικανές να τροφοδοτούν, για αρκετό χρόνο ακόμη, την τέχνη του χορού.

Τάσος ΚΟΥΚΟΥΤΑΣ