Claudia Triozzi

claudia-triozzi_photo-olivier-charlot-web-3

Μια Ιταλίδα από το Παρίσι

Έχουν διακρίνει επάνω της κάτι από την αύρα και την αδρότητα των ηθοποιών του ιταλικού νεορεαλιστικού σινεμά. Ο Laurent Goumarre μιλάει για την περίπτωση Triozzi σε άρθρο του στο περιοδικό Danser το 2007, εκθειάζοντας την ως μοναδική και ξεχωριστή στο σύγχρονο τοπίο του ευρωπαϊκής και διεθνούς χορογραφικής σκηνής.
Η Claudia Triozzi είναι η χορεύτρια, η χορογράφος και η περφόρμερ που το ελληνικό κοινό απόλαυσε το περασμένο καλοκαίρι, στο 16ο Διεθνές Φεστιβάλ Χορού της Καλαμάτας, στο έργο της «Park», μια ιδιότυπη performance-εγκατάσταση, με πρωταγωνιστές τις έννοιες της γυναίκας και της καθημερινότητας, καθώς και το μπουρλέσκ στοιχείο με τη μελαγχολία. Επίσης, το 2008 την είδαμε και ως περφόρμερ στο (Not) a Love Song του Alain Buffard, στο πλαίσιο του Ελληνικού Φεστιβάλ.

Ποιά είναι η Claudia Triozzi : Γεννήθηκε στο Vimercate της Ιταλίας το 1962. Μέχρι το 1985 παρέμεινε στην πατρίδα της, όπου σπούδασε κλασικό και σύγχρονο χορό. Γοητευμένη από την έντονη χορευτική δραστηριότητα στη Γαλλία μετακομίζει και εγκαθίσταται στο Παρίσι για να χορέψει επαγγελματικά. Έτσι ξεκινάει την πολυετή και ακόμα ισχύουσα σε κάποιες περιπτώσεις, συνεργασία της με διάφορες ομάδες και χορογράφους. Δουλεύει με την Odile Duboc, τον Georges Appaix, τον François Verret, ενώ πιο πρόσφατα με τον Alain Buffard, τον Xaviel Leroy και τον Xavier Boussiron. Το 1991 χορογραφεί το πρώτο της μικρό σόλο « La Vague ». Αφιερώνεται στις δικές της δημιουργίες από το 1995. Πρόκειται πάντα για soli που ερμηνεύει η ίδια και στα οποία ενίοτε αποζητά τη συνοδεία συνεργατών της, κυρίως μουσικών και εικαστικών. Το πραγματικό ντεμπούτο της γίνεται το 1996 όταν δημιουργεί το « Gallina Dark » και εισάγει μια από τις θεμελιώδεις ερωτήσεις που θα απασχολήσουν και μετέπειτα το έργο της : πώς κανείς να δημιουργήσει ένα έργο, όταν έχει χάσει τη διάθεση να χορεύει; Θα δώσει κάποιες απαντήσεις με τα επόμενα έργα της « Park » (1998) και « Dolled Up » (2000), στα οποία θα διερευνήσει το σώμα μέσα από τα αντικείμενα. Το « The Family Tree » έργο που γράφει το 2002, είναι το εφαλτήριο για την ανακάλυψη της φωνής και του ηχητικού σύμπαντος. Λέξεις, θόρυβοι, μελωδίες, φωνητικό βάθος, ή φωνητική επιφάνεια επανέρχονται πολλαπλά στα έργα της μέχρι σήμερα, ενώ φλερτάρουν συχνά με ένα έξυπνο παιχνίδι παρουσίας-απουσίας: « Stand » (2004), « Opera’s Shadows » (2005), « Fais un halte chez Antonella » (2006), « Up to date » (2007), « Ni vu ni connu » (2010). 

Τα έργα της παρουσιάζονται στην Ευρώπη, στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ιαπωνία όπου συχνά εξασφαλίζει και « καλλιτεχνική στέγη ». Το 1999 βραβεύεται από την Villa Médicis, ενώ το 2004 της απονέμεται η υποτροφία AFAA, Villa Kujoyama, hors les murs (2004). Οι πολυδιάστατα ενδιαφέρουσες δημιουργίες της δικαιολογούν και τη συχνή συμμετοχή της σε εκθέσεις Σύγχρονης Τέχνης σε μουσεία και γκαλερί, όπου παρουσιάζει βίντεο, ή εγκαταστάσεις της. Το Museum Kunst Palast στο Ντίσελντορφ, η Biennale d’art Contemporain στη Λυών, το Centre Pompidou στο Παρίσι, ή το Studio National des arts contemporains, Le Fresnoy στο Τουρκουάν έχουν φιλοξενήσει δουλειές της.
Από το βιογραφικό της δεν λείπει και η τριβή της με πιο ασυνήθιστα πλαίσια. Το 2008, συμμετέχει στην Biennale Valeurs Croisées. Μετά από μια σειρά συναντήσεων με το διευθυντή και τους εργαζόμενους της εταιρείας Soreal δημιουργεί το « La Prime 2008 », για να θίξει την έννοια της αξίας στο χώρο της καλλιτεχνικής δημιουργίας και της μισθωτής δραστηριότητας. Το 2009 στο πλαίσιο του φεστιβάλ Playtime του Bétonsalon, χώρου για την καλλιτεχνική έρευνα στο πανεπιστήμιο, αυτοσχεδιάζει μπροστά στο ακροατήριο ενός μαθήματος νευροεπιστημόνων. Με το « Ανώτατο Εθνικό Δίπλωμα Εικαστικής Έκφρασης » που αποκτά το 2006 από την Σχολή Καλών Τεχνών της Λυών, « επισημοποιεί » το διδακτικό της ρόλο σε σχολές καλών τεχνών, όπως σε αυτήν της Rueil-Malmaison.

Τι χαρακτηρίζει το έργο της Η Triozzi παίζει με τα όρια της χορογραφικής τέχνης, ξεπερνώντας και τα όρια της σκηνής. Αναζητάει, όπως η ίδια λέει, « τις συναντήσεις με τους Άλλους ». « Η παράσταση είναι μια στιγμή σύνδεσης, ενώ το έργο, το δυνητικό σημείο γι’ αυτή τη συνάντηση, εκείνος ο υπαρκτός χρόνος μετάβασης, όπου ο Άλλος θα μπορέσει να φτάσει μέσω μιας σχεδόν διαδικασίας διαλογισμού». Την απασχολεί η έννοια και η λειτουργία της αναπαράστασης και ανασκευάζει την κλασική της φόρμα, δημιουργώντας  χαρακτήρες που κινούνται μεταξύ πραγματικού και φανταστικού, αλλά και μεταξύ προσωπικού βιώματος και καθολικού, αρχετυπικού μοντέλου. Η λειτουργία του χαρακτήρα είναι κάτι ασυνήθιστο για την σύγχρονη χορογραφική τέχνη, όμως εκείνη καταφέρνει και τον χρησιμοποιεί με μινιμαλισμό και αφαίρεση, αποφεύγοντας να εγκλωβιστεί στο ρόλο. Αποδοκιμάζει την αφήγηση, το κλασικά λεκτικό, προσπαθώντας να χτίσει την επικοινωνία της διαφορετικά. « Υπάρχουν και άλλοι τρόποι » υποστηρίζει. Πιστεύει περισσότερο « στους όρους της ψυχολογίας και του ασυνείδητου» και για αυτό επιστρατεύει ένα μεγάλο σύνολο από ετερόκλητα εργαλεία: τα αντικείμενα, τα φώτα, τη φωνή, τη σκηνογραφία. Στα έργα της θα δούμε ελάχιστη χορευτική κίνηση. Ωστόσο, η ίδια νιώθει να προέρχεται από εκεί. « Η χορογραφία και ο χορός μου δίνουν τα μέσα για να δημιουργήσω τα έργα μου. Όταν ερμηνεύω με τα αντικείμενα ή δουλεύω με τον ήχο και τη φωνή, ο τρόπος που κινούμαι μέσα στο σκηνικό και διανύω το χρόνο, φιλτράρονται μέσα από τη γνώση της κίνησης. Όλα όμως έχουν την ίδια αξία». Σώμα λοιπόν και ενέργεια γίνονται αντιληπτά, μέσα από την πλαστικότητά τους. Της αρέσει το ρίσκο και να αξιοποιεί το « άβολο ». Η αμηχανία είναι κάτι που νιώθει σε όλα της τα έργα, το θεωρεί θετικό και το προτείνει στο κοινό της όταν έρχονται αντιμέτωποι με δύσκολα έργα.

Τι κάνει αυτή τη περίοδοπαρουσιάζει την καινούρια της παραγωγή « Ni vu, ni Connu », που μιλά για τα ερειπωμένα συναισθήματα, σαν μια πλούσια πηγή δύναμης. 

* Τα λόγια της Triozzi αποτελούν αποσπάσματα από αδημοσίευτη συνέντευξη της, γύρω από το « Dolled Up », το Μάιο του 2010.

 photo : Olivier Charlot

Ηλιάνα Φύλλα