Boris Charmatz, «Ο χορός σα διανοητική διεργασία»

photo Caroline Ablain

Εμβληματική προσωπικότητα της σύγχρονης γαλλικής σκηνής, ο Boris Charmatz διαγράφει την ανοδική πορεία της καριέρας του στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Το ελληνικό κοινό ήρθε σε επαφή με το έργο του το 2007, όταν ο Γάλλος χορογράφος παρουσίασε στο Φεστιβάλ Αθηνών ένα από τα «πρώιμα» έργα της καλλιτεχνικής πορείας του, το «herses (une lente introduction)». Καλλιτέχνης ευαισθητοποιημένος στην ανατροπή, τη θεωρία και το στοχασμό, την πολιτιστική κληρονομιά και την παιδεία, έχει αναπτύξει τη δική του προσωπική σωματική γλώσσα που μιλά σύγχρονα, γλαφυρά και εύστοχα. Εφέτος, θα είναι ο καλλιτεχνικός συνεργάτης στο περίφημο Φεστιβάλ της Αβινιόν.

Ποιός είναι ο Boris Charmatz: Γεννήθηκε στο Chambery της Γαλλίας, το 1973. Σπούδασε στη σχολή χορού της Όπερας του Παρισιού και αργότερα στο Ανώτατο Εθνικό Ωδείο για Μουσική και Χορό της Lyon. Σε ηλικία 17 ετών κάνει την πρώτη του σημαίνουσα επαγγελματική συνεργασία με την Régine Chopinot σα χορευτής στο « Ana » (1990) και έπειτα στο « Saint-Georges » (1991). Το 1992 τον προσκαλεί η Odile Duboc να γίνει μέλος της ομάδα της, και συμμετέχει σε μια σειρά έργων της, όπως  : « 7jours / 7villes » (1992), « Projet de la Matière » (1993)  και « Trois Boléros » (1996). Πριν ξεκινήσει την προσωπική του χορογραφική καριέρα, σημαντική θα είναι η συμμετοχή του στο έργο « K de E » (1993) παραγωγή της Olivia Grandville και του Xavier Marchand.

Το 1992 ιδρύει με τον Dimitri Chamblas την ομάδα τους Edna και συνυπογράφουν τα δυο πρώτα τους έργα « A bras-le-corps » (1993) και « Les Disparates » (1994). Συνεχίζει με μια σειρά προσωπικών έργων στα οποία ανασκευάζει τις συμβάσεις του θεάματος, τόσο ως προς τα αναπαραστατικά κλισέ, όσο και ως προς τα χορογραφικά μέσα. Τα « Aaat enen tionon » (1996), « herses (une introduction) » (1997), « Con forts fleuve » (1999), « héâtre-élévision » (2002) και αργότερα τα « Quintette cercle » (2006) και « Régi » (2006) θα τον οδηγήσουν μεταξύ άλλων, στην ανακάλυψη της έννοιας της χορογραφικής κληρονομιάς, τη λειτουργία της και την αυτόματα ασυνείδητη μεταφορά της μέσα από το σώμα. Το 2008 υπογράφει το έργο « La danseuse Malade »  ένα ντουέτο με την ηθοποιό Jeanne Balibar, που διανύει τη χορευτική μαγεία των κειμένων του Tatsumi Hijikata, ιδρυτικής φυσιογνωμίας του butoh.

Το 2009 κερδίζει τις ευρωπαϊκές σκηνές με ένα ιδιαίτερο χορογραφικό του « μοντέλο ».  Χρησιμοποιεί σαν παρτιτούρα το βιβλίο του David Vaughan « Merce Cunningham,  μισός αιώνας χορός » και αναπτύσσει τρεις διαφορετικές εκδοχές: « Roman Photo » (με φοιτητές, ερασιτέχνες και ευρύ κοινό), « Flip Book » (με επαγγελματίες χορευτές) και « 50 ans de danse » ( με τους παλιούς χορευτές της Merce Cunningham Dance Company).
Από το 1997 και με τη συνεργασία της Angèle Le Grand, αναπτύσσουν μια πλούσια σειρά δράσεων με σκοπό να σχεδιάσουν έναν ανοιχτό χώρο έκφρασης, διαλόγου και διευρυμένης αντίληψης για το χορό. Θεματικές συνεδρίες, παραγωγή βίντεο και εγκαταστάσεων, οργάνωση εκθέσεων και διατομεακά προγράμματα είναι κάποιες μόνο από αυτές τις δράσεις.

Την ίδια διευρυμένη λογική, θα αναζητήσει και στην εκπαίδευση των χορευτών. Την περίοδο 2002-2004 και ενώ φιλοξενείται στο Centre National de la Danse, θα ασχοληθεί με το πρωτοπόρο εκπαιδευτικό πρόγραμμα « Bocal ». Πρόκειται για ένα νομαδικό και εφήμερο σχολείο όπως ο ίδιος το ονομάζει, που αποσκοπεί στην αποδόμηση της τυπικής χορευτικής γνώσης, και αξιοποιεί τις ιδέες της εμπειρίας, της επικοινωνίας και της ανταλλαγής. Σαν αποτέλεσμα αυτής της πρωτότυπης ιδέας, θα κληθεί το 2007 στο Πανεπιστήμιο Kunste του Βερολίνου, για να συνεργαστεί στη σχεδίαση ενός νέου προγράμματος σπουδών για το χορό. Δύο βιβλία ξεδιπλώνουν την οπτική του, για όσα αποτελούν το έργο του σύγχρονου χορού σήμερα. Πρόκειται για το « Entretenir / à propos d’une danse contemporaine » που συνυπογράφει με την ακαδημαϊκό Isabelle Launay το 2003 και το « Je suis une école », βιβλίο που καταγράφει την εμπειρία του από το Bocal, και που εκδίδει το 2007.

Σήμερα είναι επικεφαλής του Εθνικού Χορογραφικού Κέντρου της Rennes και της Bretagne. Με τη ανάληψη της διεύθυνσης του από το 2008 και με το μανιφέστο που καταθέτει στο Υπουργείο Πολιτισμού της Γαλλίας, το μετατρέπει σε ένα ζωντανό « Μουσείο για το Χορό », όπου το όραμά του συνοψίζεται στη συγκέντρωση της κληρονομιάς και της εκπαίδευσης, της έρευνας και της δημιουργίας, συνδυάζοντας το αναλλοίωτο και το εφήμερο.
Ο Boris Charmatz παραμένει πάντα χορευτής. Αυτοσχεδιάζει συχνά με τους Médéric Collignon, Saul Williams και Arcie Shepp και χορεύει σε δημιουργίες άλλων : των Fanny de Chaillé, Pierre Alfèri, Odile Duboc και Meg Stuart.

Τι χαρακτηρίζει το έργο του : Μια θεμελιώδης ερώτηση οντολογικού τύπου, τί δηλαδή χαρακτηρίζουμε, όταν μιλάμε για χορό ; Ο Boris Charmatz ασχολείται με την ανεύρεση εκείνου του διανοητικού χώρου, όπου ο χορός ξεγλιστρά και ξεφεύγει από τον απόλυτο σωματικό κανόνα. « Ο χορός » θα πει, « είναι επίσης ένα αντικείμενο τέχνης, ένας σύνδεσμος με το πραγματικό, την πολιτική σκέψη και τη φιλοσοφία ». Μέσα από τις συνεργασίες του με μουσικούς, εικαστικούς, ή θεωρητικούς του χώρου, μέσα από την επαφή του με το κείμενο, την εικόνα, την ιστορική πηγή, το παρελθόν και την εμπειρία, οδεύει προς μια ουτοπία, όπου η κίνηση απορρέει από τα πάντα και ο χορός συντίθεται μέσα από διαδικασίες πωρώσεων και διαπερατότητας. Στα έργα του, η φόρμα είναι η ιδέα. Είναι μια φόρμα που παραμένει ανοιχτή και εξαρτάται από την εκάστοτε ανάγνωση του έργου.

Τι κάνει αυτή τη περίοδο : περιοδεύει με την καινούρια του παραγωγή « Levée des Conflits », ενώ παράλληλα παρακολουθεί τις προετοιμασίες για το 65ο Φεστιβάλ της Αβινιόν στο οποίο θα έχει επίσημα τη θέση του « καλλιτέχνη-συνεργάτη » στο πλευρό των διευθυντών του Φεστιβάλ Hortense Archambault και Vincent Baudriller.

Ηλιάνα Φύλλα